Ἀθανασίου Ἰω. Ἀντωνίου
Ἐπ. καθηγητοῦ Πανεπιστημίου-Ἱστορικοῦ
Εἰσαγωγικὰ
Ἡ γλῶσσα τοῦ Ὁμήρου συνδέεται ἀναπόσπαστα μὲ τὴν Ἑλλάδα καὶ ἡ Ἑλλάδα μὲ τὴν γλῶσσα καὶ τὸν πολιτισμό. Εἶναι ἀναμφίβολα τὸ μέγιστο πολιτιστικὸ ἀγαθὸ ἡ γλώσσα, ὅσο κι ἂν αὐτὸ σήμερα δὲν τὸ κατανοοῦμε. Ἐν τούτοις οἱ λίγοι μποροῦν νὰ τὸ καταλάβουν. Καὶ αὐτὴ ἡ γενικὴ ἀρχὴ ἰσχύει γιὰ ὅλες τὶς γλῶσσες, ὅσο φτωχὲς κι ἂν εἶναι αὐτές, τὸ ἴδιο ἰσχύει κατὰ μείζονα λόγο γιὰ τὴν ἑλληνικὴ – ἐθνική μας γλῶσσα, ἡ ὁποία τὸν τελευταῖο καιρὸ ἔχει συρρικνωθεῖ καὶ ἔχει φτωχύνει, ὅσο κι ἂν αὐτὸ δὲν θέλουμε νὰ τὸ παραδεχτοῦμε. Καὶ βέβαια ἡ ἑλληνικὴ γλώσσα εἶναι πολὺ πλούσια σὲ λεξιλόγιο, ὅσο καὶ παλιά, ἀφοῦ μάλιστα οἱ ἀπαρχὲς τῆς ἀνάγονται στὰ 2500 μὲ 3000 χρόνια πρὸ Χριστοῦ, λαμβάνοντας ὑπ’ ὄψιν μας τὴν ἀποκρυπτογράφηση καὶ ἀνάγνωση τῆς Γραμμικῆς Γραφῆς Β΄ (Linear B) ποὺ ἀπέδειξε ὅτι ἡ γραφὴ αὐτὴ εἶναι γνήσια ἑλληνική.


